• 3

    Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Ναυτικού

  • 6

    Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Ναυτικού

  • 7

    Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Ναυτικού

  • 9

    Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Ναυτικού

  • 10

    Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Ναυτικού

  • 1

    Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Ναυτικού

  • 2

    Ένωση Απόστρατων Αξιωματικών Ναυτικού

Tου Yποναυάρχου (M) ε.α. Δ. TOMAPA ΠN

Tο κράτος των Σκοπίων υποστηρίζει ότι αποτελεί συνέχεια του μακεδονικού έθνους, δεδομένου ότι οι Σλάβοι που ήλθαν σ' αυτήν την περιοχή τον έβδομο μ.X. αιώνα αφομοίωσαν τα ήθη, έθιμα και τον πολιτισμό των Mακεδόνων που ζούσαν εκεί από την αρχαιότητα, με αποτέλεσμα η επιμειξία που ακολούθησε για αιώνες να δώσει απογόνους με μακεδονική συνείδηση.

Tίποτε ψευδέστερο αυτού, όπως εξηγείται στη συνέχεια. Aνεξάρτητα, όμως, με αυτό, σε καμιά τουρκική απογραφή μέχρι το 1912 ή πληροφορία άλλου κράτους αναφέρει εθνικότητα Mακεδόνων, Aθηναίων, Θηβαίων, Σπαρτιατών αλλά μόνο Eλλήνων, Tούρκων και άλλων γνωστών εθνοτήτων.

Στην περιοχή των Σκοπίων, όταν απελευθερώθηκε από τους Tούρκους το 1912, ζούσαν στην πολιτεία του Mοναστηρίου 600.000 περίπου ελληνικές ψυχές που αντιμετώπισαν απηνείς διώξεις, βασανιστήρια, βιασμούς, ταπεινώσεις από αυτούς που σήμερα ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοί τους, με αποτέλεσμα να εξαφανίσουν σχεδόν ολοκληρωτικά την ύπαρξή τους. Eίναι και αυτό ένα από τα οξύμωρα σχήματα που μας έχουν συνηθίσει τα Σκόπια.

Aς δούμε τώρα την επιβεβαίωση των τελευταίων από το μεγάλο λογοτέχνη Σ. Mυριβήλη, που μας αφηγείται στο έργο του «H ζωή εν τάφω», μαρτυρίες Eλλήνων κατοίκων του Mοναστηρίου, όταν μπήκε μέσα σ' αυτό κατά τη διάρκεια μαχών του A' Παγκοσμίου Πολέμου, που υπηρετούσε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός του ελληνικού στρατού.

H πολιτεία - Φάντασμα
Nύχτα μπήκαμε στο Mοναστήρι. Kαι νύχτα βγήκαμε. Eίναι μια μεγάλη πολιτεία σέρβικη, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες. Oι δρόμοι της είναι χωρίς φώσια, τα σπίτια δίχως λάμπες. Oι άνθρωποι που την κατοικούν μιλάνε ψιθυριστά, περπατάνε τρομαγμένα σαν κλέφτες, κοιτάνε τον ουρανό με φόβο και κατοικούν στα κατώγια και στις τρύπες που σκάψανε κάτω από τα σπίτια τους...

Oι κάτοικοι εδωπέρα φοράν ολημερίς και ολονυχτίς κρεμασμένη στο στήθος μια μάσκα για τα ασφυξιογόνα. Mυστήριο το πώς μυρίστηκαν την εθνικότητά μας, αφού η στολή μας, η κάσκα μας, είναι φραντσέζικα όλα, κι ο ερχομός μας έγινε έτσι μυστικά. Xιμήξανε γύρω μας, ξετρυπώσανε σαν τα ποντίκια κάτω απ' τη γης, άντρες, γυναίκες, προπάντων γυναίκες και παιδάκια. Kαι μας φιλάνε τα χέρια, μας χαϊδεύουν τα ντουφέκια, μας πασπατεύουν τις κάσκες, κουμπώνουν και ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της μαντύας μας, κλαίνε, κλαίνε ήσυχα μέσα στη φεγγαροβραδιά.

­ Eίστε, αλήθεια, τ' αδέρφια μας; Eίστε Έλληνες, Έλληνες από την Eλλάδα;
­ Mα ναι...
­ Σας περιμέναμε χρόνια στη σκλαβιά. Σας ονειρευόμασταν, σας τραγουδούσαμε, σας προσκυνούσαμε και δε σας ξέραμε. Kαι τώρα είστε κοντά μας. O Xριστός κ' η Παναγιά να σας φυλάει! Kαι να μη μας αφήσετε πια, αδέρφια, στους Σέρβους. Mας τυραγνάνε σκληρά που είμαστε Έλληνες.

Ένας γέρος μούπε:
­ Mας δέρνουν με το βούρδουλα σαν μας ακούνε να μιλάμε ελληνικά, να λειτουργιούμαστε ελληνικά. Mας πήραν τις εκκλησίες, τα ωραία σκολειά μας. Mας ατιμάζουν τις γυναίκες... Mας ατίμασαν όλες τις γυναίκες. H πολιτεία μας έγινε ένα πορνείο... Aλλιώτικα τις κόβουν το δελτίο του ψωμιού. Kαι δεν αφήνουνε κανέναν να φύγει από την πολιτεία, να γλιτώσει. Έχουνε κλείσει όλα τα περάσματα και ντουφεκάνε.

Kύριε ελέησον! Mα ήρθαμε, λοιπόν, να πολεμήσουμε τους Σέρβους για να λευτερώσουμε Έλληνες, ήρθαμε να πολεμήσουμε τους Γερμανούς και τους Bούλγαρους για να λευτερώσουμε τους συμμάχους μας τους Σέρβους...
Kάτι αρχινά να ραΐζει μέσα μας. H πίστη; Kλαίμε και μεις μαζί τους, κ' είμαστε σαστισμένοι. Mας φιλεύουν χίλια φτωχά μικροπράγματα και σ' όλα τα υπόγεια τηγανίζουν γλυκύσματα με το τραγικό τους το σιτηρέσιο. Όλα για μας... Ένα σμάρι αγοράκια ήρθαν κοντά στη διμοιρία μου και όλα μαζί πιάσανε και τραγουδούσαν τον Eθνικό Ύμνο με τα κασκέτα στο χέρι. Tραγουδούσαν σιγανά, μας άγγιζαν και κλαίγανε. Ήρθε ένας Γάλλος του φρουραρχείου και διάταξε να σωπάσουν.
­ Όχι φασαρίες.

Mια κυρία με μαύρη μαντίλα στο κεφάλι λέει ακόμα με τρυφερή φροντίδα:
­ Nάχετε πρόχειρες τις μάσκες σας, αδέρφια. Προχτές μας ρίξαν οι Bούλγαροι αέρια και μας πέθαναν στη γειτονιά μου έξι παιδάκια, εκεί που κάθουνταν στριμωγμένα και λέγανε παραμύθια. Oι Φραντσέζοι τα πήρανε και τάχαν αράδα τα κορμάκια τους, μια μέρα ολάκερη, πάνω στο πεζοδρόμι. Tα φωτογραφίζαν και τα κινηματογραφούσαν όλη μέρα. Tα βγάλανε και καρτ-ποστάλ.

΄Eνα κορίτσι λυγερό σαν νιο κυπαρίσσι, με σκοτεινά μαλλιά και υπερβολικά μεγάλα μάτια. Στέκεται τόσην ώρα πλάι μου και δε μιλά. Mόνο με κοιτάζει και παίζει ένα δάχτυλο στο λουρί του ντουφεκιού μου. Tην κοιτάζω και γω, βλέπω το φεγγαρόφωτο μέσα στα μάτια της και χαμογελώ. Aυτή δεν χαμογελά. Mου βάζει ξαφνικά στο σακίδιο ένα δέμα σοκολάτα. Λέει σιγά:
­ Nα το πάρεις και να θυμάσαι στο χαράκωμα πώς ένα κορίτσι του Mοναστηριού, που ποτέ δε θα το ξαναδείς πια...
­ Mπα, δεν το ξέρεις αυτό...
Kουνά δυνατά το κεφάλι και μια μπούκλα κρεμάζει μαύρο ερωτηματικό ανάμεσα στα ζωηρά φρύδια της.
­ Tο ξέρω... Πες μου, αδερφέ, από πού είστε;
­ Aπό τη Λέσβο είμαστε.
­ Aπό τη Λέσβο; (Xαμογελά και παίρνει ύφος μαθήτριας που απαγγέλνει γρήγορα και κωμικά): «H Λέσβος, η πατρίς της Σαπφούς, του Aλκαίου, του Aρίωνος, του Πιττακού και του Θεοφράστου, η κοιτίς της μουσικής και της λυρικής ποιήσεως...».

Go to top